αἰγλῆς

αἰγλάζω
to beam brightly
fut ind act 2nd sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αίγλης — Κωφάλαλος Σάμιος αθλητής της αρχαιότητας, που αγανάκτησε τόσο επειδή δεν τον ανακήρυξαν νικητή στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου είχε νικήσει, ώστε ξαναβρήκε ξαφνικά την ακοή και τη φωνή του και βροντοφώναξε το δίκαιό του. Οι θεατές θεώρησαν το… …   Dictionary of Greek

  • Αἴγλης — Αἴγλη the light of the sun fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λάμπα — Συσκευή κατάλληλη να παράγει τεχνητό φως με τη χρήση εύφλεκτων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων, ή με τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε φωτεινή ενέργεια. Ονομάζεται και λυχνία ή λαμπτήρας. Λ. ονομάζονται επίσης οι συσκευές που εκπέμπουν… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Aegles — (Ancient Greek: polytonic|Αίγλης) was a Samian athlete, who was mute. He recovered his voice when he made an effort on one occasion to express his indignation at an attempt to impose upon him in a public contest. [Gell., v. 9] [Valerius Maximus,… …   Wikipedia

  • Aigle (Nymphe) — Aigle (griechisch Αἴγλη „Glanz“, „Strahlen“) ist in der griechischen Mythologie eine (nach Vergil die Schönste) der Najaden. Nach Pausanias, der den Dichter Antimachos von Kolophon zitiert, ist sie mit dem Sonnengott Helios die Mutter der… …   Deutsch Wikipedia

  • AEGLETES — Apollinis cognomen, quô nomine celebrabatur in Anaphe insul. quae Sporadum una. Apollon. Argonautican l. 4. ὅτ᾿ Α᾿πόλλωνα θυηλαῖς Αἰγλήτην Α᾿ναφῆς τιμήορον ἱλάτκονται. Nominis rationem antea indicavit his verbis v. 1714. Αἰγλήτην μεν ἐυοκόπου… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CIMMERII — I. CIMMERII populi Asiae gemini; Alii qur ex Scythia venerunt, habitantes circa Bosphorum, abipsis Cimmer ium appellatum. In Taurica Chersoneso, quae cum tractu adiacente olim Cimmeria dicta est; Post Scythia Europaea, seu parva, nunc Tartaria… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ιασώ — Θεραπευτική θεότητα από τον κύκλο του Ασκληπιού, ίσως κόρη του. Ήταν επίσης αδελφή της Υγείας, της Πανάκειας, της Ακεσούς και της Αίγλης. Λατρευόταν στην Αθήνα, στην Επίδαυρο και στον Ωρωπό, μαζί με τις αδελφές της και άλλες θεότητες. * * * Ἰασώ …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.